ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

η ψυχή και το τρόλλεϋ

0

Της Ιωάννας Βράκα

Ξημέρωσε μέρα, ξημέρωσε νύχτα, δεν ξέρω, δε με νοιάζει, μια μουντάδα, μια γκριζάδα ξημέρωσε. Και βροχή βροχή βροχή. Εκείνη η ψιλή, που δε σταματάει ποτέ κι όλα στάζουν κι όλα βουλιάζουν κάτω απ’ το βυθό, χωρίς ήχο, σα να μην υπήρξαν ποτέ ή σα για να υπάρξουν σε μια άλλη εποχή, μετέπειτα. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο φτιάχνει σχήματα στο ταβάνι, κύκλους και φράχτες και καράβια, σύννεφα μαλακά μαξιλάρια πουπουλένια, δεν θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, εδώ θα μείνω, τυλιγμένη στο πάπλωμα, να καπνίζω.

Το αμέσως επόμενο λεπτό, μόλις το πήρα απόφαση ότι δεν θα σηκωθώ, σηκώνομαι. Καφέ. Και τσιγάρο. Όχι δεν πάω πουθενά. Εδώ θα κάτσω. Στρώνομαι στον υπολογιστή κι άστο να βρέχει. Θα περάσει δεν μπορεί.

Ρε συ, χρόνια πολλά πέρασαν περιμένοντας κάποια βροχή να περάσει.

Νύχτωσε.

Θα πάω βόλτα με το τρόλλεϋ ρε. Τα τρόλλεϋ είναι μυστήρια όντα. Κίτρινα έντομα εξωγήινα στους δρόμους της πόλης. Σε βάζουν σε επαφή με το σύμπαν. Οι κεραίες αυτές είναι τύπου διαγαλαξιακού. Στάση τη στάση, μορφές ζωής απ’ όλους τους πλανήτες του κόσμου ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, λεν κουβέντες, εκνευρίζονται, μιλάν για τα πολιτικά, γελάν μερικές φορές, θυμώνουν τις περισσότερες, και, συνεχίζουν τον αέναο χορό των κουάρκ και των αντικουάρκ.

Γωνία Σωκράτους και Πατησίων απότομο σταμάτημα. Μέχρι να προλάβω να φτάσω στο κέντρο ελέγχου, τα δευτερόλεπτα τρέχουν, ακούω τους ψίθυρους. Κάποιος μ’ ένα τζιπ πέρασε κάθετα τη λεωφόρο, τρελό μαύρο μοιραίο, κι εξαφανίστηκε προς εξάρχεια. Μια μηχανή στο δρόμο κάνει κύκλους μόνη της. Προλαβαίνω να δω ένα σώμα να χτυπάει την άσφαλτο. Ήχος από τζάμια χιλιάδες που σπάζουν, χρόνος ακινητοποιημένος. Από μακρυά με τραβάει αυτό το άσπρο χρώμα στο πρόσωπο και στα χέρια. Φορούσε μάσκα και γάντια λευκά; Πλησιάζω δίπλα του. Όχι, δεν είναι μάσκα. A whiter shade of pale.

Υπήρχε κάποιος κάποτε εδώ. Και τώρα φεύγει.

Και τη ίδια στιγμή μπροστά στα μάτια μου, διάπλατα, έκπληκτα, άπιστα, βλέπω την ψυχή να φεύγει. Όχι δεν κάνω μεταφορά, δεν παίζω με το λόγο, δεν κάνω συμβολισμό, δεν ταξιδεύω στο υπερπέραν, δεν κάνω θρησκεία, δεν κάνω τίποτα.

Στέκομαι εκεί και βλέπω καθαρά την ψυχή να φεύγει. Ένας ελαφρός λευκός χορός, πάνω απ’ το πεσμένο σώμα κι αυτό ήταν.

Όχι όχι καμία φαντασμαγορία. Ένα λεπτό υπήρχε κι σ’ ένα λεπτό χάθηκε. Στο αέρα της νύχτας, στη μέση της Πατησίων.

Δεν γύρισα να κοιτάξω κανέναν. Αν είδε, αν βλέπει. Όταν ξανακοίταξα να με βρω, ήμουνα γονατισμένη στην άσφαλτο. Στη μέση της Πατησίων.
Μετά από λίγο, ήρθαν τα ασθενοφόρα και άλλοι άνθρωποι απ’ τον πλανήτη γη, με στολές και εντολές. Εγώ έφυγα. Με τα πόδια. Μεσ’ τη βροχή. Πήγα να βρω ένα φίλο, ν’ αγκαλιάσω ένα σώμα ζωντανό, όσο κρατάω μέσα μου ψυχή, να πιούμε ένα κρασί, να μην του πω τι είδα.

Όλα δεν μπορείς να τα μοιραστείς πια.

About Author

inagreece

Comments are closed.

http://loukasvavitsas.gr