ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

πειρατικό

0

Της Ιωάννας Βράκα

Στον πάτο της θάλασσας, εδώ στον Κέδρο, είναι ένα ναυάγιο. Όπως κατεβαίνεις το βράχο βλέπεις ό,τι έχει απομείνει. Ένα ψαροκόκαλο ενός τεράστιου προϊστορικού ψαριού. Γερμανικό υποβρύχιο λένε πως ήταν. Κι εγώ αποφεύγω να κολυμπάω πάνω του. Με πιάνει μια ανατριχίλα. Και φοβάμαι μη πεταχτεί κανά γερμανικό χέρι απ’ το στοιχειωμένο και μ’ αρπάξει απ’ το ποδάρι. Είναι να ‘χεις εμπιστοσύνη στ’ τσι γερμανοί; Όχι. Με την καμία.

Μετά διαφεύγω απ’ τη μαγεία αυτή και λέω ότι στην τελική, στην αποσύνθεση, όλοι μάλλον ψάρια μοιάζουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Από ψάρια μάλλον ξεκινήσαμε, ψάρια θα καταλήξουμε. Ποιος φοβάται τα ναυάγια; όλοι μπορεί. Αυτό δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να μπει στη βάρκα και ν’ ανοιχτεί. Για το καλό ή για το κακό. Με το καλό ή με το άγριο. Η θάλασσα είναι μάνα. Καμιά φορά σκληρή, αλλά, μάνα.

Έρχονται και κάτι κότερα εδώ στον Κέδρο. Έχω αμφιλεγόμενα συναισθήματα απέναντί τους. Μάλλον συγκρουσιακά. Μάλλον μου ζαλίζουν τον έρωτα. Δεν έχω και κανά μαγαζί να τη δω ανταλλακτικά τη δουλειά. Και με πειράζουν. Συναισθηματικά. Είναι εγωπαθή. Ναρκισσιστικά. Περιχαρακωμένα. Αμετροεπή. Απόμακρα. Και θέλω να σαλτάρω, ν’ αρπάξω ένα απ’ το τιμόνι, ν’ ανοιχτώ στα πέλαγα. Και να γελάω. Τρανταχτά.

Ονειρεύομαι μια θάλασσα πειρατική. Ν’ αρχίσουμε απ’ τα κότερα. Έφοδος. Ρεσάλτο, πώς το λεν. Να πετάξουμε όλους τους απομονωμένους, τους περιχαρακωμένους, τους ξιπασμένους, τους ψηλομύτηδες, τους φορτωμένους και τη φύτρα τους στη θάλασσα. Να σκαν’ στα παράλια με τα σωσίβια λαθρομετανάστες και καταραμένοι.

Να γίνουμε πολλοί σιγά σιγά ή γρήγορα γρήγορα σαν αστραπή να διαδοθεί ο πειρατισμός. Να γίνουμε όλοι οι χρωματιστοί, οι ανισόρροποι, οι εξωφρενικοί, οι γελαστοί, οι ξυπόλητοι, οι γυμνοί, ο πρώτος πειραματικός πειρατικός στόλος της μεσογείου. Θα λεγόμαστε ΠιΠιΠι ΜΕ. Ή απλά ΜΠΕ. Μεσογειακοί Πειρατές του Έρωτα. Κι όταν θα κάνουμε επίθεση η κραυγή μας θα είναι ‘αγάπη ρε μουνιά!’ Θα είναι μαζί μας οι σειρήνες κι οι γοργόνες, ο θεός Απόλλωνας κι η Μέδουσα. Η μέδουσα θα είναι το όπλο μας. Θ’ ανεβαίνουμε στα σκάφη με τη μέδουσα στα χέρια, θα τους παγώνουμε και θα τους πετάμε στη θάλασσα. Ούτε για μούτσους δεν τους θέλουμε. Να πνιγούν. Να πεθάνουν.

Να ζήσουμε κάποτε σαν άνθρωποι. Ελεύθερα και μαγικά.

Κι έτσι θα ‘ρθω ένα βράδυ να σε βρω. Πολεμιστής και νικητής. Χρωματιστός και λεύτερος. Πάμε θα σου πω. Ν’ αρμενίσουμε τα πέλαγα. Κι όλα τα βράδια θα σε νανουρίζω πάνω στα κύματα. Γιατί γι’ αυτό γεννήθηκαν τα κύματα. Για να τραγουδάν τον έρωτα. Τον δικό μας έρωτα.

Γι’ αυτό σου λέω. Θα ‘ρθω να σε πάρω. Να γίνουμε πειρατές. Να φτιάξουμε τον πρώτο πειραματικό πειρατικό στόλο της μεσογείου.

Εσύ, εγώ, και τα παιδιά που θα γεννήσουν οι έρωτές μας.

About Author

inagreece

Comments are closed.

http://loukasvavitsas.gr