ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

Μαγειρέματα

0

Της Ιωάννας Βράκα

Αφού δεν έχω έμπνευση να γράψω, λέω να μαγειρέψω.

Θα φτιάξω ένα φαΐ που να τα έχει όλα. Την ροζ τριανταφυλλιά της φιλενάδας μου στο απέναντι μπαλκόνι, το φρέσκο πράσινο που γεμίζει τα πλατάνια όταν βγαίνω στο ποτάμι το πρωί, την αρμπαρόριζα που μου ‘φερε δώρο ο δημήτρης προχτές.

Να μη βάλω αλάτι της μεσόγειος γιατί μυρίζει μωρά θαλασσοπνιγμένα και μούχουν στοιχειώσει τον ύπνο, μη μου στοιχειώσουν και το φαΐ. Μη βάλω μπαχάρι γιατί μυρίζει μπαρούτι εμπόρους των εθνών, να βάλω βότανα του τόπου μου, να ‘ρθει να μου δώσει κάθε μπουκιά ένα φως στα μάτια και στο στομάχι, να ‘ρθει να γίνει μια ύλη σκοτεινή να αναδεύσει το σύμπαν απ’ την αρχή μπας και σκάσει κανάς νέος πλανήτης εδώ δίπλα ν’ ανεβούμε να γλυτώσουμε. Να μην έχουμε ανάγκη από φαΐ, να τρώμε σύννεφα, τι γεύση έχουν άραγε τα σύννεφα; Να τρώμε σύννεφα και έρωτα και να χαμογελάμε όπως όταν τρώγαμε μαλλί της γριάς πιτσιρίκια στο πανηγύρι.

‘Η να ξηγηθώ σεφ style καλύτερα. Να φτιάξω έναν μόσχον, ελληνικόν βραχυκέρατον κατά προτίμησιν, με λαχανάκια βρυξελλών και κινέζικα σπαράγγια με μια σως μπάρμπεκιου.

Καλέ πας καλά, αυτό δεν είναι φαΐ, αυτό είναι η διεθνής κατάσταση, μη κουράζεσαι καθόλου, πήγαινε κατευθείαν στο αποτέλεσμα μετά την εσωσωματική διαδικασία και τελείωνε. Mη σε πω και την παροιμία που έλεγε η μανούλα “τον κώλο σ βάζεις μάγειρα, σκατά σε μαγειρεύει”.

Σοφός ο λαός. Πάντα.

Αυτά τα λαχανάκια βρυξελλών δε, πάντα μου δημιουργούσαν μια απορία, μια αμφιθυμία. Πλησίαζα να τα πάρω και πάντα μετά από ώριμη σκέψη έφευγα χωρίς να τα πάρω. Τα έβλεπα να φύονται μέσα σ’ αυτά τα γυάλινα κτίρια στους πάνω ορόφους πίσω απ’ τα τζάμια των γραφείων, γύρω γύρω υπολογιστές με οικονομικά δεδομένα και τύποι κουστουμογραβατωμένοι να τα ποτίζουν virtually. Να τα μαγειρέψω ή να τα φυλάξω σε θήκη βελούδινη όπως το καλό το κολιέ της γιαγιάς;

Άσε και τα σπαράγγια τα κινέζικα. Τελευταία μου μπερδεύονται οι εικόνες με τα σπαράγγια και τα παιδάκια που ράβουν μπότες εκεί μακρυά στα βάθη της κίνας. Πολύ κακό το διαδίκτυο, τίποτα δε σ’ αφήνει να ευχαριστηθείς. Το αποτέλεσμα προβλέπεται θλιβερό, γεύση χαρτί με σόλα. Άστο. Άλλο.

Κάτσε ρε παιδί μου, ν’ ακούσω το μέσα μου. Να βρω το θέλω μου. Τι θέλω να φάω; Θέλω να φάω εκείνο το φαΐ της τσιγγάνας στον εύοσμο που φάγαμε μια φορά.

Τι λες; Ποια τσιγγάνα;

Να ρε παιδί μου. Μια φορά κι έναν καιρό είχαμε πάει, η μαριάννα, ο στράτος κι εγώ να ψωνίσουμε κανά δυο τσιγάρα σύνορα κορδελιό με εύοσμο στη σαλονίκη. Μπαίνουμε στο μαχαλά, σπίτι διώροφο, σούπερ σπέσιαλ κατασκευή καινούργια, αρχές καλοκαιριού, ανοιχτά όλα τα παράθυρα, κουζίνα στο ισόγειο σούπερ σετ, τα πάντα όλα. Έξω απ’ το σπίτι χώμα, ο δρόμος του μαχαλά. Μια καρέκλα πλαστική στο δρόμο, έξω απ’ το σπίτι, ξέρεις απ’ αυτές που πουλάνε οι ρομά, κάθεται ο άντρας. Δίπλα η τσιγγάνα, ανακούκουρδα καθισμένη, έχει βάλει φωτιά μέσα σ’ ένα τετραγωνάκι από τούβλα που έχει φτιάξει εκεί επί τόπου, κι από πάνω σ’ ένα τηγάνι μαγειρεύει τουρλού. Μελιτζάνες και πιπεριές και ντοματούλα και κρεμμυδάκι. Και μαϊδανό. Και λίγο σκορδάκι. Έχει μοσχοβολήσει ο τόπος. Ααα τι ωραία λέω εγώ. Κάτσε να σε φιλέψω με λέει η τσιγγάνα. Και μας βάζει απ’ το τηγάνι, εκεί απ’ τη φωτιά σ’ ένα πιατάκι, τουρλού και φρέσκο ψωμί. Άστραψε ο κόσμος ήλιο λέμε. Κοιτούσε από πάνω και γελούσε η ψυχή του.

Αυτό θέλω να φάω.

Καλά είναι νωρίς ακόμα για τουρλού. Οι μελιτζάνες και οι πιπεριές βγαίνουν απ’ την κατάψυξη στους πάγκους των σούπερ μάρκετς σε μαζική υστερία και με απωθούν. Δε θέλω.

Ναι, εντάξει. Δε βλέπω να κάνουμε τίποτα. Πέταξε η ώρα, μας έφυγε.

Κι αφού δεν έχω όρεξη να μαγειρέψω, καλύτερα να γράψω.

Θα φτιάξω μια ιστορία που να τα έχει όλα. Την ροζ τριανταφυλλιά της φιλενάδας μου στο απέναντι μπαλκόνι, το φρέσκο πράσινο που γεμίζει τα πλατάνια όταν βγαίνω στο ποτάμι το πρωί, την αρμπαρόριζα που μου ‘φερε δώρο ο δημήτρης προχτές.

 

About Author

inagreece

Comments are closed.

http://loukasvavitsas.gr