ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

Επιτάφιος. Παρασκευή 10 Απρίλη 2015

0

Της Ιωάννας Βράκα

Σούρουπο απρίλη, λίγο ψυχρό, λίγο γλυκό, και βγαίνει απ’ την πόρτα και πέφτει πάνω στον κόσμο, ακούει τον ήχο των ποδιών τους στην άσφαλτο, όλοι βαδίζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ την δικιά της. Ντυμένοι σκούρα ρούχα, μια λαμπάδα αναμμένη στο χέρι οι περισσότεροι, το φως της λαμπάδας κάνει μαγικό, τα πρόσωπα του νταλί βγήκαν για λίγο στους δρόμους, ένα δευτερόλεπτο στον κόσμο, το θείο πάθος, οι υιοί του ανθρώπου περνάν δίπλα της και χάνονται πίσω της. Αυτή ντυμένη μια ζακέτα περουβιάνικη, ένα σακίδιο στην πλάτη και το ποδήλατο στα χέρια, πάει, που πάει τώρα, η μάνα της σήκωσε πυρετό και αυτή φοβάται, δεν έμεινε κανένας, απ’ αυτούς που κάποτε, κάτι στο στομάχι σα κάτι να θέλει να την πληγώσει, το ένα χεράκι στο χέρι του πατέρα και στο άλλο ένα φαναράκι, κόκκινο παλτουδάκι ω καινούργιος κόσμος, το βλέμμα νομίζει είναι το ίδιο, όχι δε θα βγεις απ’ το στομάχι και δεν θα γίνω θάλασσα εγώ εδώ στη μέση του κόσμου επειδή θέλεις εσύ. Θα πάω στους φίλους μου, δεν έχω φίλους εγώ; Έχω. Και πάει. Με την περουβιάνικη ζακέτα και το ποδήλατο στα χέρια, το σακίδιο στην πλάτη. Βήχει για λίγο, σταματάει και σκουπίζει τη μύτη, κάποιο στοργικό χέρι μετάφρασε τη δίοδο παραγωγής υγρών και λέξεων σε συνάχι και βήχα, αφήνει την οθόνη μόνο να δουλεύει, άμα ξέρει να κοιτάξει κανένας από μέσα, θα δει μεγάλα γαλάζια κομμάτια να αποσυντίθενται στο εικονικό σύμπαν, αρχεία που φεύγουν για ανακύκλωση στο σύμπαν των χαμένων πραγμάτων.

Απ’ έξω παραμένει όλον. Αρραγές. Με την περουβιάνικη ζακέτα και το σακκίδιο στην πλάτη και το ποδήλατο στα χέρια. Το χρώμα του ποδήλατου είναι βαθύ βυσσινί. Το χρώμα των βασιλικών ενδυμάτων. Γύρω της κόσμος. Γυρίζει απ’ τον επιτάφιο σπίτι του. Είναι οικογένειες, φίλοι, μιλάν μεταξύ τους ξέγνοιαστα, σιγανά και πολλοί κρατάν λαμπάδες αναμμένες. Όλοι βαδίζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που πάει εκείνη. Η μάνα της ανέβασε πυρετό κι αυτή φοβάται. Και πάει. Που πάει τώρα και γιατί.

Ελάτε να σας δείξω φωνάζει.

Γονατίζει με το ένα γόνατο στην άσφαλτο και το άλλο σε ορθή γωνία. Όπως όταν θέλαμε να ρίξουμε τις μπίλιες. Αυτοί μαζεύονται σε κύκλο από πάνω της, σκούρο πλήθος , στον ουρανό κρέμονται αυτόματα τα πρόσωπα του νταλί, δεν κρατάν λαμπάδες πια και δεν ακούγεται ο ήχος απ’ τα βήματά τους στην άσφαλτο, και την κοιτάζουν. Στο βάθος χάνεται η ψαλμωδία της λιτανείας που γυρίζει τον Χριστό στην εκκλησία. Ξεζώνεται το σακίδιο απ’ την πλάτη, ανοίγει και βγάζει τη σβούρα. Σβούρα χρωματιστή, μερακλίδικη, ισοζυγισμένη στην εντέλεια, ο άξονας του πλανήτη μπλε.

Κοιτάξτε εδώ τους λέει.

Και δίνει μία στη σβούρα και την γυρνάει στο χώμα.

Λάμψεις βόρειο σέλας όλα τα χρώματα ξετινάχτηκαν πάνω στο πλήθος. Ωωω ακούστηκε και κάναν όλοι πίσω.

Οοοοοοοοο γιούγκι οοοοοοοοο φώναξε εκείνη ξεκαρδισμένη στο γέλιο.

Και την κατάπιε το πλήθος.

Η μάνα της ανέβασε πυρετό. Γιατί λείπουν όλοι. Δεν έμεινε κανένας. Κι αυτή φοβάται.

About Author

inagreece

Comments are closed.

http://loukasvavitsas.gr