ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

Λογοκλοπή ή φόρος τιμής; Οι θολές γραμμές του «Blurred Lines»

0

Η αμερικανική δικαιοσύνη έδωσε τέλος στη δικαστική διαμάχη ανάμεσα στους Robin Thicke και Pharrell William και τους κληρονόμους του Marvin Gaye, Nona και Frankie, αποφασίζοντας ότι το κομμάτι των πρώτων, με τον τίτλο «Blurred Lines», κινείται στα όρια της λογοκλοπής, αντιγράφοντας το «Got To Give It Up» του δεύτερου. Με τον τρόπο αυτό έληξε ένα δικαστικό σίριαλ που διήρκεσε ενάμιση περίπου χρόνο.

Ο οικονομικός αντίκτυπος της απόφασης της δίκης ήταν αυτός που, όπως είναι φυσικό, μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ. Οι δύο καλλιτέχνες είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν συνολικά 7,3 εκατομμύρια δολάρια στους κληρονόμους του θρυλικού Marvin Gaye – 4 εκατομμύρια για οδύνη συν 3,3 για τα κέρδη που προέκυψαν από το «κλεμμένο» τραγούδι. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας τη δήλωση των δύο καλλιτεχνών, θύματα της απόφασης δεν είναι οι ίδιοι, αλλά η δημιουργικότητα στη μουσική: «είμαστε τρομερά απογοητευμένοι με τη σημερινή απόφαση, η οποία θέτει ένα φριχτό δεδικασμένο για την εξέλιξη της μουσικής και της δημιουργικότητας», δήλωσαν από κοινού.

Γιατί, όμως, οι δύο καλλιτέχνες χαρακτηρίζουν τόσο τρομερή την απόφαση του αμερικανικού δικαστηρίου; Δικαιολογούν με όποιον τρόπο μπορούν την επιτυχία που εξασφάλισαν, κλέβοντας στοιχεία ενός ήδη γνωστού τραγουδιού, ή όντως επιμένουν σε αυτό που υποστήριξαν και στο δικαστήριο, ότι δηλαδή χρησιμοποίησαν το ύφος του «Got To Give It Up», προκειμένου να αποτίσουν φόρο τιμή στην εποχή που αυτό αντιπροσωπεύει;

Ειδικά στη μουσική, η γραμμή που μπορεί να χωρίζει τη λογοκλοπή από το φόρο τιμής είναι εξαιρετικά λεπτή. Παρόμοιες υποθέσεις γίνονται γνωστές σε συχνά χρονικά διαστήματα και γνωστοί ή μη συνθέτες και καλλιτέχνες μηνύουν συναδέλφους τους, υποστηρίζοντας ότι τους έχουν κλέψει τα πνευματικά τους «παιδιά». Ο κανόνας, όμως, θέλει τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των υποθέσεων να λήγει εξωδικαστικά, είτε με άμεση απόρριψη τέτοιων ισχυρισμών είτε με χρηματικούς συμβιβασμούς. Η διαμάχη γύρω από το «Blurred Lines» έφτασε σε σημείο που ελάχιστες παρόμοιες υποθέσεις έφτασαν – χαρακτηριστικότερη είναι αυτή ενός κομματιού του τραγουδιστή της country, Michael Bolton, το 1994.

Στη δίκη για το «Blurred Lines», μάλιστα, οι ένορκοι κλήθηκαν να εντοπίσουν τις ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κομμάτια, όχι ακούγοντάς τα, αλλά μελετώντας τις παρτιτούρες τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, τις σύγκριναν ανά τέσσερις μόλις νότες, ενώ σε κάποιες άλλες αντιπαρέβαλλαν τις μπασογραμμές του ενός με τα λόγια του άλλου. Ο ίδιος ο RobinThicke, μάλιστα, προσπαθώντας όχι να αρνηθεί τις ομοιότητες των δύο κομματιών, αλλά να τις δικαιολογήσει, υποστηρίζοντας ότι παρόμοιες ομοιότητες μπορούν να βρεθούν και σε άλλα κομμάτια, προχώρησε σε μια ανορθόδοξη κατάθεση. Έπαιξε στο πιάνο του ένα medley του «Blurred Lines» και κομματιών από τους U2, τους Beatles και τον Michael Jackson, θέλοντας να δείξει πώς ένα τραγούδι μπορεί να φανεί ότι μοιάζει με άλλα.

Οι ένορκοι, βέβαια, όπως αποκαλύπτει και η απόφαση του δικαστηρίου, δεν πείστηκαν. Κι αυτό γιατί βασίστηκαν στις μαρτυρίες ειδικών μουσικολόγων, οι οποίοι ανέλυσαν τις τεχνικές πτυχές των δύο κομματιών. Και οι πτυχές αυτές δε λαμβάνουν υπόψη τους ούτε την ατμόσφαιρα που προσπαθεί να δημιουργήσει κάθε τραγούδι ούτε τυχόν φόρους τιμής που μπορεί να περιλαμβάνει. Και καλά κάνουν! Γιατί η δικαιοσύνη δε μπορεί να βασιστεί σε αόριστους όρους και σε συναισθήματα. Βασίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία – κατά προτίμηση, χειροπιαστά. Η μουσική, όμως, δε βασίζεται στο ακριβώς αντίθετο;

Και μπορεί η ουσία της δίκης να βρίσκεται στα χειροπιαστά στοιχεία και στις αποζημιώσεις των εκατομμυρίων δολαρίων, αλλά η ουσία της απόφασης βρίσκεται αλλού: στους νέους περιορισμούς που θέτει στον τομέα των πνευματικών δικαιωμάτων. Και, σε αυτό το σημείο, δε χρειάζεται καν να σταθούμε σε κάθε ασάφεια που περικλείει τους νόμους περί προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων (αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα για κάποιο άρθρο που αφορά στην ελεύθερη διακίνηση των έργων Τέχνης). Μπορούμε απλά να σταθούμε στις ελευθερίες που πιθανώς έχασαν πολλοί καλλιτέχνες, λόγω του δεδικασμένου που προκύπτει από τη δίκη του «Blurred Lines».Ποινικοποιείται, λοιπόν, η διάθεση κάθε καλλιτέχνη να αποτίσει φόρο τιμής σε μια εποχή ή σε έναν καλλιτέχνη; Γιατί πώς αλλιώς θα κάνει κάτι τέτοιο, αν δε χρησιμοποιήσει κάποια από τα σήματα κατατεθέντα – την ατμόσφαιρα ή κάποια συγχορδία που θα θυμίσει κάποιο κομμάτι του παρελθόντος; Θα πρέπει πλέον κάθε καλλιτέχνης να συγκρίνει την παρτιτούρα του τραγουδιού του με τις αντίστοιχες του παρελθόντος;

Μη με παρεξηγείτε. Το αναμάσημα παλιών ιδεών, στη μουσική και οπουδήποτε αλλού, αποτελεί σίγουρα πληγή. Το πεντάγραμμο, όμως, έχει περιορισμένο αριθμό νοτών. Και οι επιρροές βρίσκονται δίπλα-δίπλα με τη λογοκλοπή, όχι μόνο για τους σημερινούς καλλιτέχνες που μας σερβίρει η εύπεπτη pop κουλτούρα, αλλά και για θρύλους της μουσικής, όπως ο Elvis Presley και οι Led Zeppelin. Ποιος, όμως, έχει την ικανότητα να διαχωρίσει το φόρο τιμής και τις επιρροές από τη λογοκλοπή; Οι ένορκοι; Οι μουσικολόγοι; Οι παρτιτούρες; Ή οι κληρονόμοι θρυλικών μουσικών που δε βρίσκονται πια στη ζωή;

Για την ιστορία, πάντως, τα ποσά που κλήθηκαν να πληρώσουν οι δύο καλλιτέχνες είναι μάλλον ψίχουλα μπροστά στα κέρδη που εξασφάλισαν από το «Blurred Lines». Και ο δικηγόρος τους, άλλωστε, δήλωσε, σε ερώτηση αν θα προχωρήσει σε κατάθεση έφεσης, πως οι πελάτες του δεν πρόκειται να πτωχεύσουν, εξαιτίας των ποσών αυτών. Ποιο ήταν, λοιπόν, το νόημα της δίκης; Η προστασία της μουσικής; Ή η περαιτέρω εξασφάλιση των κληρονόμων του Marvin Gaye;

Πιο ταιριαστό τέλος από ένα μουσικό χαλί δε μπορώ να φανταστώ πως υπάρχει. Συγκρίνετε, λοιπόν, και μόνοι σας τα δύο κομμάτια. Αλλά πραγματικά, δε θεωρώ πως η ουσία κρύβεται στις ομοιότητες και στις διαφορές τους.

Θωμάς Παπαδημητρόπουλος

About Author

inagreece

Comments are closed.

http://loukasvavitsas.gr